ΗΠΑ: Ο Τραμπ ανακοινώνει πυρηνική συμφωνία με τη Σαουδική Αραβία - Αντιδρούν Κογκρέσο και Ισραήλ
Η συμφωνία εκτιμάται ότι θα αποφέρει δισεκατομμύρια δολάρια στην αμερικανική πυρηνική βιομηχανία.
Η κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ αναμένεται να ανακοινώσει μια ευρείας κλίμακας συμφωνία πυρηνικής συνεργασίας με τη Σαουδική Αραβία, όπως έγινε γνωστό την Τετάρτη (22/7) ανοίγοντας τον δρόμο ώστε το Ριάντ να αποκτήσει τη δυνατότητα εμπλουτισμού πυρηνικού καυσίμου για τους μελλοντικούς του αντιδραστήρες, με την εξέλιξη να θεωρείται κομβικής σημασίας τόσο για τις αμερικανο-σαουδαραβικές σχέσεις όσο και για τις ισορροπίες στη Μέση Ανατολή.
Σύμφωνα με Αμερικανούς αξιωματούχους, η συμφωνία αποσκοπεί στην περαιτέρω σύσφιξη των σχέσεων Ουάσινγκτον και Ριάντ, σε μια περίοδο αυξημένης έντασης στην περιοχή μετά τον πόλεμο με το Ιράν. Παράλληλα, εκτιμάται ότι θα αποφέρει δισεκατομμύρια δολάρια στην αμερικανική πυρηνική βιομηχανία, με τη Westinghouse να αναμένεται να είναι από τους πρώτους μεγάλους ωφελημένους, αναλαμβάνοντας τον σχεδιασμό πυρηνικών αντιδραστήρων για τη Σαουδική Αραβία.
Όπως αναφέρεται σε δημοσίευμα της New York Times, η συμφωνία, η οποία αναμένεται να υπογραφεί επισήμως εντός της ημέρας, θα διαβιβαστεί αμέσως μετά στο Κογκρέσο για εξέταση, όπως προβλέπει η αμερικανική νομοθεσία.
Ανησυχία για ενδεχόμενη πυρηνική στρατιωτικοποίηση
Παρότι η συμφωνία εκτιμάται ότι θα συγκεντρώσει τη στήριξη σημαντικού μέρους των Ρεπουμπλικανών, δεν λείπουν οι έντονες αντιδράσεις τόσο στο αμερικανικό Κογκρέσο όσο και στο Ισραήλ.
Βουλευτές και από τα δύο μεγάλα κόμματα εκφράζουν φόβους ότι ένα πρόγραμμα πολιτικής πυρηνικής ενέργειας θα μπορούσε μελλοντικά να αποτελέσει τη βάση για την ανάπτυξη πυρηνικών όπλων από το βασίλειο.
Στο επίκεντρο των ανησυχιών βρίσκεται η απόφαση της κυβέρνησης Τραμπ να επιτρέψει, υπό προϋποθέσεις, στη Σαουδική Αραβία να εμπλουτίζει ουράνιο ή να επανεπεξεργάζεται πλουτώνιο στο έδαφός της, μετά την ολοκλήρωση κοινής μελέτης για τη βιωσιμότητα παραγωγής πυρηνικού καυσίμου.
Παράλληλα, σύμφωνα με πληροφορίες, η Ουάσινγκτον αποδέχθηκε όρους που ενδέχεται να περιορίζουν την πρόσβαση των διεθνών επιθεωρητών της Διεθνούς Υπηρεσίας Ατομικής Ενέργειας (IAEA) σε ορισμένες εγκαταστάσεις.
Εκτός συμφωνίας η αναγνώριση του Ισραήλ
Σε αντίθεση με τον σχεδιασμό της κυβέρνησης Μπάιντεν, η οποία συνέδεε την πυρηνική συνεργασία με την εξομάλυνση των σχέσεων μεταξύ Σαουδικής Αραβίας και Ισραήλ, ο Ντόναλντ Τραμπ επέλεξε να αποσυνδέσει τα δύο ζητήματα.
Οι προσπάθειες για μια ευρύτερη συμφωνία είχαν ουσιαστικά παγώσει μετά την στο Ισραήλ στις 7 Οκτωβρίου 2023 και τον πόλεμο που ακολούθησε στη Γάζα.
Η σκιά του Ιράν
Ιδιαίτερη βαρύτητα αποκτούν και οι δηλώσεις του διαδόχου του σαουδαραβικού θρόνου, πρίγκιπα Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν, ο οποίος έχει δηλώσει επανειλημμένα ότι η χώρα του θα επιδιώξει την απόκτηση πυρηνικών όπλων εάν το Ιράν αποκτήσει αντίστοιχη δυνατότητα.
Την ίδια στιγμή, η Τεχεράνη επιμένει ότι το πυρηνικό της πρόγραμμα έχει αποκλειστικά ειρηνικούς σκοπούς, αν και τα τελευταία χρόνια έχει αυξήσει σημαντικά τον βαθμό εμπλουτισμού ουρανίου, φτάνοντας κοντά στα επίπεδα που απαιτούνται για την κατασκευή πυρηνικού όπλου.
Τι προβλέπει η συμφωνία «123»
Η συμφωνία εντάσσεται στο πλαίσιο των λεγόμενων «123 Agreements», δηλαδή των διμερών συμφωνιών που συνάπτουν οι Ηνωμένες Πολιτείες με άλλες χώρες για συνεργασία στον τομέα της πυρηνικής ενέργειας.
Οι συμφωνίες αυτές θεσπίζουν το νομικό πλαίσιο για τη μεταφορά πυρηνικής τεχνολογίας και υλικών, με βασικό στόχο την αποτροπή της διάδοσης πυρηνικών όπλων. Μέχρι σήμερα οι ΗΠΑ έχουν συνάψει αντίστοιχες συμφωνίες με 51 κυβερνήσεις και τη Διεθνή Υπηρεσία Ατομικής Ενέργειας.
Ωστόσο, ειδικοί επισημαίνουν ότι οι όροι που συμφωνήθηκαν με τη Σαουδική Αραβία είναι αισθητά πιο ελαστικοί σε σχέση με εκείνους που είχαν επιβληθεί στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα το 2009. Τότε, το Άμπου Ντάμπι είχε αποδεχθεί αυστηρούς διεθνείς ελέγχους και είχε παραιτηθεί από το δικαίωμα παραγωγής πυρηνικού καυσίμου, δημιουργώντας το λεγόμενο «χρυσό πρότυπο» για τη μη διάδοση των πυρηνικών όπλων.
Η νέα συμφωνία, αντίθετα, θεωρείται από πολλούς αναλυτές σημαντική υποχώρηση από αυτό το μοντέλο, γεγονός που αναμένεται να πυροδοτήσει έντονη πολιτική αντιπαράθεση στο Κογκρέσο.